Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΑΜΝΩΝ. ΒΟΓΑΤΣΙΚΟ 4 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1943

Απρίλιος 1943
Η γερμανική, αλλά κυρίως η ιταλική κατοχή, η οποία αφορούσε στην περιοχή της Καστοριάς από το 1941 και μετά, ταυτίστηκε στη μνήμη του λαού, πρωτίστως, με τα αντίποινα κατά του άμαχου πληθυσμού. Οι Κατοχικές Δυνάμεις επικαλούνταν το αξίωμα της «συλλογικής ευθύνης» για να αιτιολογήσουν τη χρήση βίας κατά των  αμέτοχων πολιτών, τους οποίους θεωρούσαν συνένοχους των αντιστασιακών ομάδων. Άμαχοι και αντάρτες είχαν εξισωθεί. Στις αρχές του 1943 η σταδιακή ιταλική κατάρρευση ενέτεινε τη σκληρή αντιμετώπιση του άμαχου πληθυσμού, προκειμένου να ανακτηθεί το χαμένο κύρος και ο έλεγχος της κατάστασης, καθώς η αντιστασιακή δράση είχε αναπτυχθεί.
Έτσι, τον Απρίλιο του 1943 στο Βογατσικό Καστοριάς, στην περιοχή «Μελίσσι» ή «Προσήλιο»  φονεύθηκαν από τους Ιταλούς δεκατρείς  άντρες, ως αντίποινα για το θάνατο δύο Ιταλών στρατιωτών από τους αντάρτες, στο χωριό Δρυόβουνο. Οι περισσότεροι φονευθέντες ήταν κτηνοτρόφοι, οι οποίοι όπως κάθε μέρα ανέβαζαν τα ζώα τους στο βουνό για βοσκή. Λιγότεροι απ΄αυτούς ήταν οικογενειάρχες που κατέφυγαν στις σπηλιές της περιοχής για να προστατέψουν τα παιδιά τους ,καθώς ,είχαν μάθει πως τμήμα του ιταλικού στρατού θα περνούσε από το Βογατσικό. Το πρωϊνό της Κυριακής 4 Απριλίου 1943  το βουνό κατακλύστηκε από Ιταλούς «αλπινιστές», οι οποίοι συνέλαβαν αρκετούς άντρες. Δεκατρείς από αυτούς οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα μετά από μια υποτυπώδη ανάκριση. Λίγο  πιο νωρίς σκοτώθηκε από ιταλικά πυρά, ο Θανάσης Τσιαπατόρης ο οποίος έρχονταν με τον Κώστα Νασιόπουλο (αντάρτες και οι δύο) από το Γέρμα στο Βογατσικό.
Οι δεκατρείς άντρες που τόσο άδικα έφυγαν από τη ζωή εκείνη τη μέρα ήταν οι: Κωνσταντίνος Γ. Αναγνώστου, Χρυσόστομος Γ. Δαρλαγιάννης, Κωνσταντίνος Δ. Ζάχος, Χρήστος Παντ. Κανδύλης, Γεώργιος Δημ. Μήκας, Απόστολος Ιωάν. Μπλιάγκας, ο ιερέας Κωνσταντίνος Μπότσαρης, Γεώργιος Τριαντ. Μπούρντας, Δημήτριος Νικ. Παρασκευάς Δημήτριος Γ. Σαρακατσάνης, Γεώργιος Ι. Σαρρηγιάννης η Σαρρής, Ανδρέας Αθαν. Τακαντζιάς, Ευάγγελος Κων. Φωτίου.

Ιερέας Κωνσταντίνος Μπότσαρης

Γεώργιος Μήκας (δεξιά)

Δημ. Σχολείο Βογατσικού, 1929 Δάσκαλος: Αθανάσιος Δούφλιας από Γέρμα. Δεύτερη σειρά, 3ος από αριστερά ο Δημήτριος Παρασκευάς. Καθιστός, 1ος από αριστερά ο Αθανάσιος Τσιαπατόρης

Κωνσταντίνος Αναγνώστου μετά της συζύγου

Απόστολος Μπλιάγκας με την Ελένη Κόντσα, 
την ημέρα του γάμου τους, Μάρτιος 1929

Καθιστός, 1ος αριστερά, Κωνσταντίνος Ζάχος

Ευάγγελος Φωτίου, αγροφύλακας

Γεώργιος Μπούρντας

Χρυσόστομος Δαρλαγιάννης

Γεώργιος Σαρηγιάννης

Όρθιος 2ος αριστερά, Δημήτριος Σαρακατσάνης

Χρήστος Κανδύλης (παρασημοφορημένος)

Κεφαλόβρυσο, δεκαετία 1930- 1940
Καθιστός δεξιά 4ος (με το γιλέκο) Ανδρέας Τακαντζιάς

Ένα μήνα νωρίτερα στην πλατεία του χωριού, στη «Λέσχη», συγκεντρώθηκαν οι χωρικοί γιατί θα τους μιλούσε ο Αριστοτέλης Κανδύλης, «δάσκαλος από το χωριό (γιος του μακεδονομάχου Παντελή). Μαζί του ήταν κι ο Αρριανός από τα χωριά του Βοΐου. Δημιούργησαν μεγάλο ενθουσιασμό στο πλήθος με τα λόγια τους, όταν όμως ο Κανδύλης φώναξε: «ζήτω ο «Κόκκινος Στρατός», οι μισοί και παραπάνω πάγωσαν. Οι άνθρωποι είπαν, «αυτοί θέλουν να μας φέρουν τον κομουνισμό» και σηκώθηκαν κι έφυγαν».
     Οι άντρες του χωριού που είχαν οργανωθεί στην αντίσταση έφυγαν στο βουνό και τα βράδια διανυκτέρευαν στο εκκλησάκι του Άι Λια. Εκεί άναβαν μεγάλες φωτιές και συζητούσαν για τα τελευταία γεγονότα . Οι Ιταλοί μετά τη μάχη στο Φαρδύκαμπο και τις νίκες των αντιστασιακών μετακίνησαν μεγάλο τμήμα στρατού, από τη Θεσσαλία  προς τη Δυτ. Μακεδονία,  με σκοπό να καταστείλουν τις αντιστασιακές ενέργειες, καίγοντας και λεηλατώντας  χωριά και πόλεις. Το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μάρτη, όπου στη Νεάπολη μαίνονταν οι μάχες μεταξύ Ιταλών και ανταρτών, οι κινήσεις στο απέναντι βουνό, στο Βογατσικό, γίνονταν αντιληπτές από τους Ιταλούς, καθώς δεν ήταν λίγες οι οικογένειες οι οποίες  εγκαταστάθηκαν στις σπηλιές. Πολλοί κάτοικοι είχαν φύγει στα χωριά Βλάστη και Σισάνι αλλά και στις γύρω περιοχές Σάντοβο, Μούζγκα, Λουν, όπου είχαν στάνες και καλύβες πρόχειρα φτιαγμένες. «Οι αντάρτες μας έλεγαν πως έπρεπε να φύγουμε απ΄το χωριό κι ότι η παραμονή στα σπίτια μας θα σήμαινε προδοσία. Στο χωριό είχαν απομείνει μόνο γριές και γέροι για να φυλάγουν τα σπίτια». Οι βοσκοί συνέχισαν να βγάζουν τα πρόβατά τους για βοσκή, όπως κάθε μέρα, γιατί, πολλοί απ΄αυτούς δεν είχαν την αίσθηση του φόβου καθώς, στο παρελθόν είχαν καλές σχέσεις με τους Ιταλούς που περνούσαν  για ελέγχους ανά τακτά χρονικά  διαστήματα από το χωριό.
    Το πρωϊνό της 4ης Απριλίου, ήταν ηλιόλουστο, αλλά «φυσούσε τρομερός αέρας». Ο Κώστας Βαϊνάς από τον Άϊ Λια κάνοντας τα χέρια του χωνί, φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε: «έρχονται οι Ιταλοί, έρχονται οι Ιταλοί»!  Οι Ιταλοί μέσα σε λίγη ώρα είχαν «καταλάβει τα υψώματα στον Άϊ Λια, το Καστρί, το Κουκούλι, για να προστατέψουν το στρατό που θα περνούσε τακτικά σε λίγο». Εκείνη την ώρα σκοτώθηκε και ο θανάσης (Τσέλιος) Τσιαπατόρης  από ιταλικά πυρά, καθώς έρχονταν από το Γέρμα με τον Κώστα Νασιόπουλο. (Ήταν αντάρτες αυτοί και είχαν διασυνδέσεις εκεί).Ο Κώστας Νασιόπουλος μετά από μια επεισοδιακή καταδίωξη κατάφερε να διαφύγει μένοντας όλη μέρα στα νερά της ντριστέλας, στο κτήμα του Τακαντζιά.
     Οι Ιταλοί κάποια στιγμή, συγκέντρωσαν τους βοσκούς στον Άι Λια. Εκεί ήταν και μικρά παιδιά, πολλά απ΄τα οποία ανέκριναν. Στη σπηλιά είχαν βρει καταφύγιο οι οικογένειες του παπα Κώστα Μπότσαρη, του Νίκου Παρασκευά και του Χρήστου Κανδύλη. « Ήμασταν στη σπηλιά με τον παπα-Κώστα και τα κορίτσια του, τη Θαλίτσα και την Κατίνα. Μέρες εκεί. Ήταν κι ο Παρασκευάς με τα παιδιά του. Η Τούλα, η Μαρίκα, η Θωμαίτσα κι ο Τάκης που τον σκότωσαν. Ήταν είκοσι χρονών. Ένα πολύ καλό παιδί». Στη συνέχεια οι γυναίκες και τα παιδιά με τη συνοδεία μοτοσικλετιστή έφτασαν στην πλατεία του χωριού ενώ οι τρεις άντρες  παπα Κώστας, Τάκης Παρασκευάς και Χρήστος Κανδύλης έμειναν πίσω. «θα τους κάνουμε κάτι ερωτήσεις και θα γυρίσουν, μας είπαν».  Συγκέντρωσαν τους άντρες στον «Πόρο» εκεί, σ΄ένα μαντρί, έστησαν ένα υποτυπώδες στρατοδικείο. Οι διαδικασίες ήταν συνοπτικές…
  Πολλοί ήταν εκείνοι που απέφυγαν την τελευταία στιγμή την εκτέλεση. Άτομα τα οποία είχαν κάποια αναπηρία (σε πολλά παιδιά έλειπαν δάχτυλα από δυναμίτιδα ή χειροβομβίδες) απαλλάσσονταν από τις κατηγορίες.
 Την προηγούμενη μέρα στο Δρυόβουνο, οι αντάρτες σκότωσαν  δύο Ιταλούς. Οι τελευταίοι πήγαιναν συχνά στα γειτονικά από τη Νεάπολη χωριά και άρπαζαν από τα κοτέτσια κότες και αυγά για τις  επισιτιστικές ανάγκες του στρατού. Τους σκότωσαν «με τα αυγά στα χέρια». Οι Ιταλοί στις περιπτώσεις όπου σκοτώνονταν στρατιώτες τους, απαντούσαν με πράξεις αντεκδίκησης, τα λεγόμενα αντίποινα. Κατά την τελευταία φάση της Ιταλικής Κατοχής, (το 1943 έως και τον Σεπτέμβριο) συστηματοποιήθηκε η βία κατά των αμάχων, με πρόσχημα τις επιχειρήσεις κατά των ελληνικών αντιστασιακών οργανώσεων. Ταυτόχρονα  πραγματοποιούσαν συχνούς βομβαρδισμούς, πυρπολούσαν και λεηλατούσαν χωριά με σκοπό αφενός, να αποδιοργανώσουν την ένοπλη ελληνική αντίσταση και την καταστροφή του οικονομικού ιστού της  υπαίθρου και αφετέρου να τρομοκρατήσουν τον άμαχο πληθυσμό εμπεδώνοντας έτσι την κατοχική παρουσία τους.
    Την άλλη μέρα, όταν έφυγαν πια οι Ιταλοί απ΄το χωριό, το βουνό ήταν διάσπαρτο από τομάρια ζώων. Την προηγούμενη, κατά τη διάρκεια των «ανακρίσεων» στρατιώτες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Ρ(ι)ζο κοντά στον Άϊ Νικόλα. «Είχαν μαζέψει πολλά πρόβατα στο Ρζο κι έσφαζαν κι έτρωγαν. Είχαν στήσει  πέτρες κι είχαν μαζέψει νωρίτερα μεγάλα καζάνια απ΄ το χωριό. Μαζί με τους Ιταλούς  ήταν και «κομιτατζήδες» και κάποιοι τους είδαν να φεύγουν με τ΄αρνιά στις πλάτες».Οι τρομοκρατημένοι και πεινασμένοι χωρικοί, μάζευαν τα κεφαλάκια και τα μαγείρευαν. Κρέας έτρωγαν σπάνια, καθώς είχαν τα πρόβατα, για το μαλλί, το γάλα και το τυρί. Πολλά κοπάδια ξεκληρίστηκαν εκείνη τη μέρα. Ίσως να σφαγιάστηκαν περισσότερα από χίλια πρόβατα. Η κατασπατάληση της περιουσίας των κατακτημένων Ελλήνων  ήταν πάγια τακτική των κατακτητών, οι οποίοι κατέστρεφαν όλα  τα αποθέματα τροφής  προκειμένου οι αντάρτες να έρθουν αντιμέτωποι με το φάσμα της πείνας. Πίστευαν πως η πείνα αποτελεί τον χειρότερο αντίπαλο των ανταρτών και επομένως ήταν απαραίτητο να τους στερήσουν κάθε πηγή ανεφοδιασμού.
    Τα γεγονότα της περιόδου εκείνης άσκησαν εντονότατη ψυχική πίεση στα μικρά κυρίως παιδιά. Πολλά από αυτά, όπως φαίνεται από τις μαρτυρίες, αναγκάστηκαν να ενηλικιωθούν απότομα. Χρόνος για να τιμήσουν τους νεκρούς, να αποδεχθούν την απώλεια δεν υπήρχε. Υπήρχε μόνο η ανάγκη για επιβίωση. «Όταν σκοτώθηκε ο μπαμπάς μου δεν είχαμε να φάμε… Η μαμά αρρώστησε. Την είχα ένα χρόνο στο νοσοκομείο. Κοιτούσα και τ’ αδέρφια μου. Κουβαλούσα νερά, τα πάντα έκανα. Το χειμώνα βγαίναμε προσωπική εργασία και στα χιόνια… Δεν έλειψε το μαύρο από το σπίτι μας…»

   Ο απολογισμός εκείνης της μέρας ήταν, δεκατέσσερις άνδρες νεκροί, το ξεκλήρισμα της  περιουσίας πολλών χωρικών, η κατατρομοκράτηση μικρών και μεγάλων.  Η τραγική ειρωνεία είναι πως εκείνη τη μέρα γιόρταζαν στο Βογατσικό όλοι οι άντρες που έφεραν το όνομα Ζήσης. Το όνομα αυτό το έδιναν στα παιδιά για να έχουν ζωή, επειδή υπήρχε μεγάλη παιδική θνησιμότητα. «Είχαμε στο χωριό πολλούς Ζησομάδες και είπαμε: Δεν τους κάμουμε μια γιορτή»! Να ταν στο χωριό εκείνη την εποχή περισσότεροι από δεκατέσσερις Ζησομάδες; Το Πάσχα ήταν κοντά. Γιορτάζονταν στις 25 Απριλίου. Όμως η Ανάσταση  θα αργούσε πολύ ακόμη για τους δυστυχισμένους χωρικούς…

Ιωάννης Μπλιάγκας  του Αποστόλου (1930-2010)             Βογατσικό, Οκτώβριος 2009

"Απ΄του προυί ήρθιν ου μπαμπάς μ΄κι μη είπι, θα ναρθν΄οι Ιταλοί κι να κινήσουμι μι τα πρόβατα κατά τουν  Αϊ Λια, όπους κι πουλύς κόσμος ικείν τ΄ν ημέρα. Η μάνα μ΄  μη τ΄ν Θουμαή , τουν  Νάσιου κι τ΄ν Τασούλα πήγαν στου Σάντβου στ΄ νταή μ΄του μαντρί. Είχαμι κι γουρούν  ικείν΄τ΄ν χρουνιά κι πήρι μαζί  τ΄ς κι έναν τινικέ  λίγδα κι τουν έκρυψι στ’ άχυρα. Ου μαμπάς μ΄έβαλι στου τσιουβάλ(ι) ιπτά ψουμιά κι κιντσάμι στα πρόβατα. Ήταν καλή μέρα κι είχαμι τα πρόβατα λίγου παρακάτ απ΄τουν Άϊ Λια. Κάποια στιγμή πήριν τ΄ν απόφασ’ να πάει να δει τι γίνιτι κι μ΄άφκιν μόναχου μη τα πρόβατα. Ιγώ μιτά συναντήθκα μη τουν Αντρία τουν Βαράκα κι τρυπουσάμι σι μια πέτρα. Ικείν τ΄ν ώρα πρεπ(ει)να΄πιασαν οι Ιταλοί τουν μπαμπά μ΄.
Λίγου αργότιρα μας φώναξαν όλνους στουν Άϊ Λια. Όταν ζύγουσα  λίγου, είδα τουν μπαμπά μ΄να τουν κρατούν δυο Ιταλοί. Αυτός μη κοίταξι στα μάτια ώρα πουλύ, σαν να  ‘ξιρι  ότι δεν θα μη ξανάβλιπι. Μη κοίταζιν μ΄έναν τρόπου, πώς να σι πω… Ύστιρα τς΄πήραν.
Όταν βράδιαξι μη τον Αντρία τουν Βαράκα βγήκαμι στου Σκάπιτου στ΄ν Καλουγριά κι ξημέρουσάμι εικί μη τα πρόβατα. Ινωρίτερα οι Ιταλοί είχαν καλέσ’ κι τουν Αντρία κι τουν ρώτσαν πόσου χρουνών ήταν. Ικείνους ήταν μικρουκαμουμένους κι είπι τα χρόνια τ’ λιγότιρα κι τουν άφκαν ιλεύτερο.
Λίγις μέρις αργότιρα ήμαν κουντά στ΄ν ικκλησιά, στα χουράφια κι έμαθα ότι τ’ς βρήκαν ικτιλισμέν στ΄Νταρλαγιάν του μαντρί, λίγου παραπάν. Ούτι καμπάνα άκσα να σμαν, ούτι τίπουτα. Ήμαν θυμουνιασμένους ούντι κει, κι βίλιαζα σαν τ΄αρνί… Τουν μπαμπά μ΄νικρό δεν τουν είδα, ήμαν στα πρόβατα. Έμαθα μόνον ότι πήγι μη του κάρου ου Τσιότρας (Απόστολος Δεληγιάννης) κι τ’ς ίφιρι  στ΄ν κατ τ΄ν ικκλησιά. Η μάνα μ’ δεν μ ΄είπι τίπουτα, ούντι κι ιγώ τ΄ν ρώτσα ποτές τίπουτα."

*Θερμές ευχαριστίες στην Κωνσταντίνα Σδράλια και Μαρία Παπαϊωάννου

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Η ΝΕΟΛΑΙΑ ΒΟΓΑΤΣΙΚΟΥ 1936- 1944

Στις αρχές του 20ου αιώνα, στην Ελλάδα, εμφανίζεται το φαινόμενο των νεανικών οργανώσεων σύμφωνα με τα πρότυπα  των ευρωπαϊκών χωρών. Στον Ελλαδικό χώρο, οι σημαντικότερες οργανώσεις νέων από τις αρχές του αιώνα έως το 1936 ήταν, οι πρόσκοποι και οι πολιτικές νεολαίες, με πιο γνωστή την Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας (ΟΚΝΕ), την νεολαία δηλαδή του ΚΚΕ.
Βογατσιώτες στην Αθήνα,1938
Πάνω σειρά, αριστερά: Γιάννης Γιαννούλης, Μάχος Γιαννούλης (με τη στολή της ΕΟΝ), Παναγιώτης Γιαννούλης.
Κάτω σειρά, από αριστερά: Αναστασία Γιαννούλη, Ανδρέας Γιαννούλης, Ανδρέας Νασιόπουλος, Θεοπούλα Νασιοπούλου
Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου, του Μεταξά, που έδωσε βάρος στη χειραγώγηση της νεολαίας, διέλυσε όλες τις έως τότε υπάρχουσες οργανώσεις και ίδρυσε την Εθνική Οργάνωση Νέων, τη γνωστή ως ΕΟΝ, μια κρατική οργάνωση, άμεσα εξαρτώμενη από το καθεστώς. Το γεγονός αποτελούσε καινοτομία στην  ελληνική πραγματικότητα, αλλά, συμβάδιζε με την πρακτική οργάνωσης νεολαιών από τα καθεστώτα της φασιστικής Ιταλίας και της ναζιστικής Γερμανίας.
Η παιδεία όφειλε να προσαρμοστεί στο χαρακτήρα της ΕΟΝ και επομένως να βρεθεί κάτω από τον απόλυτο έλεγχο του κράτους. Ο Μεταξάς υποστήριζε τον παιδαγωγικό ρόλο του κράτους, έναντι αυτού της οικογένειας. Η ΕΟΝ αποτέλεσε το κατεξοχήν μέσο διαπαιδαγώγησης της ελληνικής κοινωνίας, ομογενοποίησης και διάδοσης  των αρχών του καθεστώτος. Μέσα από τις γραμμές της θα ξεκινούσε «Η αναγέννησις της Ελλάδος» και θα πραγματοποιούνταν «Ο Τρίτος Ελληνικός Πολιτισμός».
Καθώς η ένταξη στην ΕΟΝ ήταν υποχρεωτική μέσα από το δίκτυο της εκπαίδευσης, το σύνολο των εφήβων στα χρόνια 1936-1941 γνώρισε την εμπειρία της συμμετοχής στην ΕΟΝ.Ένα πολύ μεγάλο  μέρος της ελληνικής νεολαίας περνά από την ΕΟΝ στην ΕΠΟΝ της Κατοχής. Οι νέοι οι οποίοι αποτέλεσαν αργότερα το δυναμικό των αντιστασιακών οργανώσεων είχαν βιώσει στην πλειοψηφία τους ως έφηβοι την εμπειρία της ΕΟΝ.
Οι δύο οργανώσεις, αν και διαφορετικές από τη φύση τους- καθώς η πρώτη ιδρύεται με πρωτοβουλία του Μεταξά και η δεύτερη στην Κατοχή  με πρωτοβουλία της ΟΚΝΕ και άλλων νεανικών οργανώσεων, έχουν έναν κοινό παρανομαστή. Απευθύνονται και οι δυο στην ηλικιακή κατηγορία της «νεολαίας».
Η ΕΠΟΝ στάθηκε η μαζικότερη αντιστασιακή οργάνωση νεολαίας με πανελλαδικό δίκτυο στα χρόνια 1943-1944 και δεν εξαφανίστηκε μετά την απελευθέρωση. Η ΕΠΟΝ είχε ιδρυθεί από την αρχή ως οργάνωση νέων και για καιρό πολέμου και για καιρό ειρήνης.
Οι νέοι με την υποχρεωτική ένταξή τους στην ΕΟΝ μέσα από το σχολείο και στη συνέχεια με την εμπειρία της ΕΠΟΝ βίωσαν σε ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους, τη διαπλοκή της προσωπικής τους ζωής με τις περιπέτειες της οργάνωσης.
Η ένταξη στις αντιστασιακές οργανώσεις ήταν εθελοντική, μυστική για την πρώτη περίοδο της Κατοχής και επέσυρε πολλούς κινδύνους, Η ένταξη σε μια αντιστασιακή, παράνομη οργάνωση, αποτελούσε μια απελευθερωτική διαδικασία όπου ο νέος περνούσε από την εφηβεία στην ενηλικίωση.
Στο Βογατσικό , πολλοί ήταν οι νέοι οι οποίοι με το πέρασμα τους από την ΕΟΝ στην ΕΠΟΝ βίωσαν την ενηλικίωση μέσα σε δύσκολες συνθήκες. Στην ΕΠΟΝ  είχαν στρατολογηθεί και πολλά κορίτσια. Συγκεντρώνονταν στο Δημοτικό Σχολείο, όπου χόρευαν, συμμετείχαν σε θεατρικά, συγκέντρωναν λίγα τρόφιμα για άπορους…  Αναπτύχθηκε μεταξύ τους η αλληλεγγύη, η συντροφικότητα, έκαναν όνειρα για μια καλύτερη ζωή και σιγά-σιγά αποκαταστάθηκε η χαμένη αξιοπρέπειά τους. Η συμμετοχή τους στην ΕΠΟΝ ήταν μια πράξη αντίστασης. «Η επίκληση της χαράς ήταν από μόνη της αντίσταση». Η μαρτυρία του Κώστα Βαϊνά που ακολουθεί, είναι μια πηγή βίωσης αυτής της εμπειρίας και η πιο αντιπροσωπευτική μεταξύ άλλων.
25/ 03/ 1938 Παρέλαση της ΕΟΝ. Διμοιρήτης: Βράκας Δήμήτριος, σημαιοφόρος: Κωνσταντίνος Βαϊνάς. Από αριστερά: Αθανάσιος Τζαβέλλας και Παναγιώτης Λιάζος, αξιωματικός χωροφυλακής.

 Κώστας Βαϊνάς   1920- 2015    Βογατσικό 19 Δεκεμβρίου 2010

"Η ένταξή μας στην ΕΟΝ ήταν υποχρεωτική. Από τα δεκαοκτώ μου χρόνια, έως που πήγα φαντάρος το 1940-1941 κάθε Κυριακή συγκεντρωνόμασταν στο Δημοτικό Σχολείο φορώντας τη στολή μας. Μετά τον εκκλησιασμό, ο δάσκαλος Δημήτρης Βράκας μας μιλούσε με λόγια πατριωτικά και ενθουσιώδη και συνήθως λέγαμε το παρακάτω τραγούδι: (όπως το θυμάται)
Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει πατέρα;
Γιατί λάμπει έτσι ο ήλιος γιατί φέγγει έτσι η μέρα;
Γιατί σαν αυτή παιδί μου την ημέρα τη χρυσή
 που τη χαίρεσαι και συ, στέρεψε το μαύρο δάκρυ, κλείσανε πολλές πληγές.
Αψηλώσανε τα στάχυα και τα γύρω μας τα βράχια,
 εγινήκαν ορθοβούνια και χρυσοπηγές.
Μια ημέρα σαν και τούτη την ολόφωτη κι ωραία
ξεδιπλώθηκε και πάλι η γαλάζια μας σημαία,
που ΄χει τ’ ουρανού το χρώμα και σκεπάζει τ’ άγιο χώμα.
Εμπρός για μια Ελλάδα νέα!
Εμπρός μ΄ελληνική καρδιά!
Εμπρός- εμπρός περήφανα, γενναία με της Ελλάδας τα παιδιά.
Εμπρός η δόξα η παλιά μας να ξαναζήσει είναι καιρός
 με τον γενναίο βασιλιά μας, εμπρός πάντα εμπρός!"

-Η μεταξική δικτατορία μιμούμενη ξένα πρότυπα προσπάθησε να περάσει στην καθημερινότητα των Ελλήνων τελετές αλλά και μαζικές παρελάσεις, συλλαλητήρια, περιοδείες και αθλητικά γεγονότα. Επίσης εορτάζονταν εθνικές εορτές και επέτειοι του καθεστώτος. Γι αυτό και η νεολαία Βογατσικού συμμετείχε στις εορταστικές εκδηλώσεις της 4ης  Αυγούστου 1938.

«Στις 4 Αυγούστου του 1938 πήγαμε στη μεγάλη καθιερωμένη παρέλαση στην Αθήνα. Δώσαμε τότε πεντακόσιες δραχμές εισιτήριο (σημαντικό ποσό για εκείνη την εποχή) για να ταξιδέψουμε με το τραίνο. Ήμασταν: ο Ανδρέας Αθανασιάδης, ο Ανδρέας Βαϊνάς, ο Τριαντάφυλλος Τζαβέλλας , ο Δήμος Βυτανιώτης, ο Δήμος Βαδραχάνης και άλλοι. Τότε το χωριό μας ανήκε στο δήμο Φλωρίνης και όσοι δεν είχαμε στολή μας έστειλαν από τη Φλώρινα να βολευτούμε. Κι ήταν άλλες κοντές κι άλλες στενές, λίγο στενέψαμε τις φαρδιές, τέλος πάντων ξεκινήσαμε.
Μαζί με τη νεολαία του κάθε νομού ταξίδευαν και οργανοπαίχτες, γιατί, κάθε γεωγραφικό διαμέρισμα μετά την παρέλαση θα παρουσίαζε τη μουσική του τόπου του. Εμείς είχαμε μαζί μας και κομπανίες με χάλκινα με τον πολύ γνωστό κλαριτζή, τον Μπίτα, ο οποίος ήταν γνωστός στο Βογατσικό από τους γάμους και τα πανηγύρια. Η παρουσίαση αυτή γίνονταν στο Καλλιμάρμαρο. Ο Μεταξάς και ο βασιλιάς ( Γεώργιος Β’) κάθονταν στα μπροστινά καθίσματα μπαίνοντας δεξιά. Εκτός από την παρέλαση πραγματοποιούνταν και αγώνες ελευθέρας πάλης. Αγωνίζονταν ο πασίγνωστος Τζιμ Λόντος με τον τούρκο Κουβεριάν. Ο Λόντος ήταν άφταστος καθώς χρησιμοποιούσε το «αεροπλανικό κόλπο».
 Ο γάμος του Ανδρέα  Ραββίνα και της Βενέτως το γένος Τακαντζά στο Βογατσικό, 1927. Δεύτερος από αριστερά, καθιστός ο κλαριτζής Μπίτας.

Όταν έφτασε η  σειρά μας να παρουσιάσουμε τη μουσική του τόπου, ο Μπίτας (δεξιοτέχνης στο κλαρίνο) ξεσήκωσε τους παρευρισκόμενους. Ειδικά όταν έπιασε να τραγουδάει τον «Λούκα» ο ενθουσιασμός του κόσμου ήταν απερίγραπτος! Πετούσαν τα καπέλα απ΄ τις κερκίδες, σφύριζαν, γίνονταν ένας χαμός που λέμε σήμερα. (Ο Μπίτας, ακούμπησε βαριά το πηγούνι στο χέρι –γεμάτο δαχτυλίδια-και σαν να΄ξερε τον βασιλιά από χρόνια, τραγούδησε: Δεν κάνει ο Λούκας για αρχηγός,
                          ούτε για καπετάνιος,
                          μον΄κάνει για την κλεφτουριά…

Μετά την παρουσίαση στο Καλλιμάρμαρο μείναμε για βράδυ στο Πρακτικό Λύκειο Ελληνίδων και εκεί άρχισαν οι πρώτες ενοχλήσεις  από το φαγητό που φάγαμε νωρίτερα. Την επόμενη, ο Δήμος ο Παπαμιχάλης, οδοντίατρος από το Βογατσικό και δήμαρχος στην Καλλιθέα,  μας πήγε σε ένα κέντρο και μας έκανε το τραπέζι. Κάθε τόσο έβγαζε το περίστροφο και με ενθουσιασμό έριχνε έναν πυροβολισμό (σημειωτέων απαγορεύονταν αυστηρά η οπλοκατοχή) λέγοντας  «Ζήτω το Βογατσικό»! Είχαμε επισκεφθεί και το αρχαιολογικό μουσείο και καθώς υπήρχαν διάφοροι φωτογράφοι εκεί, βγάλαμε και  μια στιγμιαία  φωτογραφία.
04/ 08/ 1938 "εις το μουσείον". Από αριστερά: Δήμος Κ. Βαδραχάνης, Δημήτριος Βυτανιώτης, Ανδρέας Βαϊνάς, Τάκης Τζήμας, Απόστολος Κουλιούμπας, Κων/νος Βαϊνάς, Τριαντάφυλλος Τζαβέλλας
Καθιστοί, από αριστερά: Απόστολος Βαϊνάς (φοιτητής ιατρικής), Ανδρέας Αθανασιάδης

Στην ΕΠΟΝ η συμμετοχή μας δεν ήταν υποχρεωτική. Κάθε δεκαπέντε μέρες συγκεντρωνόμασταν με τις λάμπες, στη μεγάλη αίθουσα του σχολείου. Από στόμα σε στόμα διαδίδονταν η ώρα που θα συναντιόμασταν. Από κορίτσια ήταν η Ανίκα, η Νίκη, η Βαϊτσα… Κι από αγόρια οι γνωστοί  της ΕΟΝ κι ο Θανάσης Τόλκος που δεν τον ανέφερα. Στις συναντήσεις μας φορούσαμε κονκάρδες για να ξεχωρίζουμε. Πράσινες, κόκκινες, μπλε και βάζαμε πλάκες στο γραμμόφωνο, το κουρδίζαμε και χορεύαμε ευρωπαϊκά (φοξ) και καλαματιανά. «Η σειρά της κόκκινης κονκάρδας»! και άρχιζε η ομάδα της κόκκινης κονκάρδας. Τραγουδούσαμε και πολλά επαναστατικά τραγούδια, δημοτικά, αλλά και άσματα για αγάπες. Είχαμε βέβαια και το φόβο των Ιταλών καθώς περνούσαν από το χωριό πολλές φορές, αιφνιδιαστικά για εκφοβισμό. Πολλοί δεν έρχονταν στις συναντήσεις μας από φόβο αλλά ούτε και μας μαρτύρησε ποτέ κανείς. Κάποιες φορές κανονίζαμε και μαζεύαμε λίγα τρόφιμα, λίγο τυρί, γάλα η ψωμί για ανήμπορες γερόντισσες. Μια φορά παίξαμε κι ένα θεατρικό, τον «Φιάκα» (κοινωνική σάτιρα του Δημοσθένη Μισιτζή). Εγώ είχα τον πρωταγωνιστικό ρόλο και η Σταμάτω  έπαιζε την Ευανθία.
-Σ΄αυτό το σημείο θα ήθελα να αναφερθώ στην επίσκεψη του βασιλιά Γεωργίου Β’  στην Καστοριά στις 12 Μαϊου  του 1938 και το πέρασμά του από το Βογατσικό. Η επίσκεψή του έγινε προς ένδειξη τιμής στο χωριό των Μακεδονομάχων. Ο βασιλιάς, ο έτερος στυλοβάτης του δικτατορικού καθεστώτος του Μεταξά, εκφώνησε λόγο στη «Λέσχη» και η υπάρχουσα φωτογραφία, αποτελεί ντοκουμέντο της επίσκεψής του. Ο φωτογράφος, κατέγραψε και την ακριβή μέρα και ώρα: 12 Μαίου, ημέραν Πέμπτην, τη ώρα 11.55 το 1938.

Για την υποδοχή του εκείνη τη μέρα, είχε φτιαχτεί μια αψίδα από κλαδιά κυπαρισσιών τα οποία κόπηκαν από τα δέντρα της Αγίας Παρασκευής και τοποθετήθηκαν μπροστά από το παντοπωλείο του Τέζια. Επίσης, από το παντοπωλείο του Τέζια, έως και τη «Λέσχη», ο δρόμος είχε στρωθεί με υφαντά κιλίμια, για το φτιάξιμο των οποίων οι γυναίκες του χωριού είχαν βάλει όλη τους την τέχνη. Μήνες νωρίτερα, ο λαϊκός ζωγράφος του χωριού Θεμιστοκλής Χατζηθεοχάρης  φιλοτέχνησε την αίθουσα της «Λέσχης» με υπέροχα σχέδια, τα οποία με το πέρασμα του χρόνου καλύφθηκαν από στρώματα μπογιάς. Στη συνέχεια ο βασιλιάς και η συνοδεία του έφυγε για Καστοριά και πολλοί από το χωριό πήγαν περπατώντας προκειμένου να παρακολουθήσουν την ομιλία του.

Βιβλιογραφία:
Η δικτατορία Μεταξά, νεολαία-ιδεολογία-αισθητική. Ιστορικά, Ελευθεροτυπία 2010.
Οντέτ Βαρών Βασάρ, Η ΕΠΟΝ της Κατοχής. Η ιστορία μιας μοναδικής συνάντησης.
Συνέντευξη, Κώστα Βαϊνά.

Φωτογραφίες: Αρχείο Βαϊτσας Βαϊνά, Σταύρου Σλιμηστινού, ημερολόγιο 2002, Γαμπροί και νύφες από το Βογατσικό, του Συνδέσμου Βογατσιωτών Θες/νίκης «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ».

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

ΒΟΓΑΤΣΙΚΟ- ΜΕΡΕΣ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗΣ

 Προετοιμασία γεύματος στην κατασκήνωση. Από αριστερά:               Ο κύριος Κώστας Τζηκαλάγιας δούλεψε                            
 Κων. Τζηκαλάγιας, Ζωή Βαϊνά, Αναστασία Καραδήμου,                      στις κατασκηνώσεις Βογατσικού ως μάγειρας                 
Αναστασία Καπαχτσή, Χρυσούλα Κανοπούλου.                                     για 20 χρόνια, σιτίζοντας σε κάθε περίοδο                         
                                                                                                                        γύρω στα 320 άτομα.
Οι παιδικές κατασκηνώσεις Βογατσικού ήταν απ’ τις καλύτερες και λειτουργούσαν τα καλοκαίρια για δύο περιόδους, από ένα εικοσαήμερο η κάθε μία. Συνδύαζαν έναν άνετο χώρο, δροσερό κλίμα και ένα όμορφο ορεινό τοπίο με πολλά δέντρα.
«Μπουμ τσίκα μπουμ, μπουμ τσίκα μπουμ, αρά, αρά, αρά. Βίρα και καρέτα μπουμ, μπουμ, μπουμ. Ζήτω η Γ΄ Κοινότης Βορείου Ηπείρου παιδιά».
Μ’ αυτό το σύνθημα ξεκινούσε το εγερτήριό μας κάθε πρωί και με τις ιαχές μας θυμίζαμε περισσότερο άτακτους μικρούς ινδιάνους παρά ευγενικά και καλοαναθρεμμένα παιδιά.
Θυμάμαι ακόμα τα τσίγκινα σερβίτσια και το πρωινό μας με σοκολατούχο γάλα, βούτυρο και μαρμελάδα. Το γεύμα σερβίρονταν στις 12 η ώρα και το απόγευμα είχε ρυζόγαλο ή κρέμα. Τις Κυριακές και τις επίσημες υπήρχε κέικ με σταφίδες ή κοκ. Ήταν τα γλυκά που αντιπαθούσα και όταν θύμωνα τα εκσφενδόνιζα όπου έβρισκα.
Σε κάποιο δέντρο, υπήρχε ένα καμπανάκι. Αυτό ήταν το ξυπνητήρι μας. Πλενόμασταν στους τσιμεντένιους νιπτήρες, αφού βέβαια πρώτα στρώναμε με προσοχή τα κρεβάτια μας. Είχαμε πειθαρχία στρατιωτών. Μία φορά τη βδομάδα ο «αρχηγός» επέβλεπε την καθαριότητα και την τάξη σε κάθε κοιτώνα. Οι δύσκολες ώρες ήταν μετά το μεσημεριανό, που έπρεπε αναγκαστικά να κοιμηθούμε ή τουλάχιστον να καθόμαστε ήσυχα στα κρεβάτια μας.
Οι χώροι της κατασκήνωσης ήταν, η μεγάλη τραπεζαρία, το μαγειρείο, το αναρρωτήριο, το «αρχηγείο» και οι κοιτώνες. Στο πίσω μέρος της τραπεζαρίας υπήρχαν πολλά πεύκα, όπως και στον υπόλοιπο χώρο και μονόζυγα, δίζυγα, κούνιες.
Τις πρωινές ώρες καθόμασταν κάτω απ’ τα δέντρα και λέγαμε ποιήματα, ανέκδοτα, αγγλικά τραγούδια και ακούγαμε τον Δάκη να τραγουδάει από ένα μικρό τρανζίστορ το «μια σου λέξη». 

Παρακολουθούσαμε την πληθωρική μαγείρισσα να καθαρίζει τεράστιες ποσότητες από πατάτες και λαχανικά για το μεσημεριανό γεύμα και περιδιαβαίναμε ξέγνοιαστες,  χτυπώντας τις πλαστικές μας παντόφλες στο τσιμεντένιο δρομάκι. Φτιάχναμε κολιέ από πευκοβελόνες και μετά μας έπιανε αλλεργία. Μέχρι και έναν ολόκληρο γάμο είχαμε καταστρώσει μεταξύ δύο κοριτσιών. Τον ετοιμάζαμε μια βδομάδα, κι όταν η νύφη εμφανίστηκε περιχαρής από το μαγειρείο, κάτω από ένα σύννεφο ρυζιού, ξεπρόβαλε το μπλε αυτοκίνητο του κυρίου επιθεωρητή. Από κει και μετά ακολούθησε ένας πανικός: Να σκουπίζουμε τα ρύζια, να συμμαζέψουμε τα κρεβάτια μας, να κρύψω τις «Μανίνες» και τις «Κατερίνες» από το παράθυρο- σκέτη καταστροφή!
Ο κ. Καραδήμος τις Κυριακές έφερνε σε κουτάκια μαστίχες, καραμέλες και σοκολάτες  που τις αγοράζαμε από το μικρό χαρτζιλίκι που είχαμε απ’ το σπίτι κι όταν τύχαινε να χάσουμε κάνα κατοστάρικο κλαίγαμε με μαύρο δάκρυ
Περνούσαμε καλά, αλλά υπήρχε και μια ομάδα δυσαρεστημένων, οι οποίοι δεν άντεχαν ούτε τρεις μέρες και παρακαλούσαν τις μαμάδες τους να ‘ρθουν να τους πάρουν. Οι πιο δραστήριοι κατάστρωναν σχέδιο απόδρασης. Έτσι λοιπόν μετά το μεσημεριανό φαγητό, κλεφτά, φεύγανε απ’ τον  ‘Αι  Νικόλα και τα χωράφια, κι αφού κάνανε τον κύκλο του χωριού έφταναν στα σπίτια τους.


Σε όλη τη διάρκεια που γράφω αυτές τις γραμμές έχω ένα μόνιμο χαμόγελο. Η κατασκήνωση είναι μια αξέχαστη και χρήσιμη εμπειρία για κάθε παιδί. Και αυτή τη στιγμή νιώθω  όπως τότε, είκοσι χρόνια πριν, τη χαρά, τους φόβους, την περιέργεια, την ανασφάλεια ενός παιδιού οκτώ χρονών.

Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στην εφημερίδα Το Βογατσικό, τεύχος αρ. 91- 92, Ιούνιος- Οκτώβριος 1994.
Οι φωτογραφίες είναι από το ημερολόγιο του Συνδέσμου Βογατσιωτών Θεσ/νίκης "Ο ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ", 2011.

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

"Η Φωτογραφία"- του Νώντα Τσίγκα

Μνήμη του παππού μου Γεωργίου Κ. Σαββαρίκα

(…) Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί
πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστερα
γιατί πρώτα πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.
 Γιώργος Σεφέρης, Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους Αγάπανθους.

Κοιτάζω μια φωτογραφία. Οικογενειακή. Πολυκαιρισμένη. Ξεκουράζεται μέσα στην επίχρυση κακοπαθημένη της κορνίζα πάνω στο ξύλινο ερμάρι του τζακιού. Πάντα εκεί την έβλεπα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μέσα σ΄ αυτό το σπίτι.
Και τα γυαλιά της γιαγιάς με θαμπά τζάμια αφημένα πάνω στην μικρή Ιερά Σύνοψη. Άχρηστα πια. Αλλά σαν θύμηση των ματιών της αφού έχει εγκαταλείψει από καιρό. Εξακολουθεί όμως ακόμα να μου μιλά από το σκοτεινό της υποβολείο. Να μου ξαναθυμίζει και να ξεδιαλύνει τυχόν ασάφειες στην ταυτοποίηση των προσώπων που εικονίζονται, για τη σχέση τους, για τα μελλούμενα της ζωής τους.
Εξετάζω σχολαστικά τα πρόσωπα. Στις πρώτες ανάσες του εικοστού αιώνα έντεκα χωρικοί της Μακεδονίας ποζάρουν ντυμένοι τα καλά τους. Άνθρωποι παλαιοί σχεδόν αρχαϊκοί. Κι είναι όλοι τους συγγενείς μου, πρόγονοι. Σε τρεις σειρές καθισμένοι, οι γενιές ανάκατες. Οι αρσενικοί τρεις όλοι κι όλοι. Ένας γέροντας αποτελεί το κεντρικό και πιο πληθωρικό άτομο της ομήγυρης. Τέσσερα παιδιά. Τα δυο αγόρια. Το έν΄ απ΄ αυτά είν΄ ο παππούς μου. Εδώ το πολύ τριών χρόνων. Όλοι οι άλλοι που φωτογραφήθηκαν  θηλυκός πληθυσμός: Δυο μικρά κορίτσια  κι έξι γυναίκες. Ο γέροντας, παχύς, αρχοντικός με ντουλαμά, και φαρδύ ζωνάρι .Μουστάκι λευκό πλούσιο. Ίσως είχε βροντερή φωνή. Και ξέρω πως του άρεζε το αψύ ρακί σκέτο. Και το κρασί μπρούσκο. Έχει ευφρόσυνη όψη. Και σαν άφοβος μοιάζει. Φοράει φέσι. Υποχρέωση προφανής των ενηλίκων ανδρών τότε. Υπενθύμιση για τα χρόνια που είναι τραβηγμένη αυτή η φωτογραφία. Στα χέρια του κομπολόγι από μαύρο κεχριμπάρι και γλιστράει στη μέσα μεριά του μηρού του. Ο γέρος πλημμυρισμένος κι από μια αυτοπεποίθηση που καθόλου δεν τη δικαιολόγησαν τα επόμενα χρόνια.
Στα δεξιά του μια γυναίκα. Η σύζυγός του, με καταγωγή απ΄ τα Μπίτολα και δίγλωσση, κρατάει με τις μικρές παλάμες της κλειστές το κοντογούνι. Αφήνει να φανεί μια χρυσοκέντητη πόλκα στο στήθος. Χείλη σφιγμένα κι ένα βλέμμα κοφτερό σα να μετρά διαρκώς γύρω της και σαν να υπολογίζει αποστάσεις. Ήδη το βλέμμα της διασχίζει τόπους, περνά πολιτείες μακρινές και σβήνει τα βήματά της στα βάθη του κόσμου. Κάποια αδιόρατη θλίψη αλλά προπάντων υστεροβουλία σ΄ εκείνο στο σφιγμένο στόμα μπορώ να διακρίνω. Ξαναβλέπω αυτά τ΄ αμήχανα και που δε βολεύονται χέρια. Δυο χέρια που σφίγγουν, συγκρατούν, προσπορίζονται όλο άρνηση. Δεν προσφέρουν και δεν προσφέρονται.
Τα τρία από τα παιδιά κάθονται μπροστά κατάχαμα σε μπλατσιώτικο κιλίμι. Σαν αφημένες κούκλες. Τα πόδια τους δεν φαίνονται από τους αστραγάλους και κάτω. Σκεπάζονται από μια μικρή κουβέρτα που ίσως θα κρύβει τίποτα γουρουνοτσάρουχα, ντροπής πράγματα για φωτογράφηση. Ένα από τα κορίτσια, το μικρότερο, κάθεται στην αγκαλιά της μάνας του. Έχει κουνηθεί και το πρόσωπό του μαζί και το βλέμμα του «φλουτάρουν» τη στιγμή της φωτογράφησης. Το ένα πόδι του-τ΄ αριστερό- προβάλλει με  ωραίο χρωματιστό τερλίκι. Συνεχίζει αυτό το ζωηρό παιδί να παίζει μέσα στα χρόνια που έρχονται ξεπερνώντας  την ακινησία της πόζας. Το πρόσωπο της μάνας, πίσω από την αγκαλιά με το παιδί, σαν αντρογυναίκας. Μια Παναγία των βουνών με βλέμμα σαν κρούσταλο του βράχου.
Πίσω στον τοίχο έχει τραβηχτεί ένα λευκό σεντόνι για τις ανάγκες της φωτογράφησης. Διακρίνω τις αναδιπλώσεις του στο πλάι. Πού να ΄χει βγει άραγε αυτή η φωτογραφία; Ίσως εδώ που βρίσκεται τώρα η μεγάλη σάλα του σπιτιού μας. Πώς όμως μπορεί να ξέρει πια  κανείς;  Τίποτα δεν έχει απομείνει που να θυμίζει…
Η μια εγγονή στην πίσω σειρά- ως δεκαπέντε χρονών- στηρίζει το χέρι της στον δεξιό ώμο του γέροντα. Η άλλη-θα ΄ναι δεκαοχτώ ως είκοσι- ακουμπά στο ζερβό του ώμο. Όρθια στέκει με μέση στολισμένη από πλουμιστό παφτάδι που τελειώνει σε διπλή αργυρένια πόρπη. Φοράει χρυσοκεντημένη πόλκα που θα ΄χει σίγουρα τον δικέφαλο αητό στην πλάτη. Μαζί του θα πετάξει, γι΄ αυτό έχει τώρα μάτια αθώα γεμάτα εγκαρτέρηση κι ελπίδα. Δίχως να βιάζεται στέλνει το μήνυμα της μελλοντικής φυγής. Μια λύτρωση που θα θριάμβευε αλλού. Ο άντρας της άνοιξε κάποτε εργοστάσιο ζυμαρικών-τώρα διάσημη φίρμα-στην Πόλη. Ύστερα ήρθαν στη Σαλονίκη. Έζησαν μέσα στον πλούτο.
Μια γυναίκα που στέκει παράμερα κάπως στα αριστερά και δεν κοιτάζει το φακό μοιάζει αφηρημένη. Φοράει μεταξωτό κουραζέ που στίλβει στις πτυχώσεις του. Η Αλεξάνδρα θα μάθω αργότερα. Προγιαγιά μου. Ο άντρας της ο Κωνσταντίνος λείπει για δουλειές στην Πόλη. Πραματευτής. Κυρατζής που συνεχίζει το έργο του γέροντα όμως με λιγότερη επιτυχία τώρα πια. Θα γυρίσει κάποια φορά και δεν θα ξαναφύγει. Θα μείνει στο χωριό και θ΄ ανοίξει χασαπιό. Πατέρας και γιος, στα ταξίδια τους, ντύνονταν αξιοθρήνητα κουρέλια για να ΄χουν την όψη ζήτουλα και να μην τους χαλνούνε οι ληστές. Γι΄ αυτό στο χωριό τους κόλλησαν το παρατσούκλι  «παρταλάδες».
Τα τρία μωρά που φωτογραφήθηκαν καθισμένα στο πάτωμα φοράνε μεγάλους σταυρούς στο στήθος. Ο πιο μικρός, ξανθός με βλέμμα θυμωμένο, έτοιμος να κλάψει. Ο μεσαίος στη φωτογραφία κι από τα σερνικά ο μεγαλύτερος κοιτάζει με μια θλίψη. Μια παραίτηση υπάρχει στο ανεπαίσθητα γερμένο  του κεφάλι. Ίσως όμως η πικρή του ιστορία που γνωρίζω είναι που με κάνει να τα υποθέτω αυτά. Είναι ο παππούς από το σαράντα-πέντε πεθαμένος στο σανατόριο στη Σαλονίκη και θαμμένος στα μνήματα της Ευαγγελίστριας.
Σ΄ όλα τα πρόσωπα όσο κι αν το προσπάθησα δεν βρήκα ένταση καμιά. Η μοίρα όλων προδιαγεγραμμένη μέσα στη φυσιολογική  ροή της ζωής, κανένας δεν μπορεί να ζητήσει από το ρυάκι να τρέξει λιγότερο ή περισσότερο γάργαρα. Τίποτα δε βιάστηκε. Όλα ήρθαν στον καιρό τους με απαντοχή. Παρεκτός από τα σφιγμένα χέρια της γεροντότερης γυναίκας καμιά ανησυχία δεν διέκρινα ακόμα και για την φωτιά Εκείνη που θέριευε πίσω από το απλωμένο σεντόνι. Το χέρι του τελευταίου Τούρκου που εγκατέλειπε το χωριό την είχε ανάψει κι εκείνη έτρωγε ήδη, σε μελλοντικό χρόνο καίγοντας , την ξύλινη στέγη του παλιού σπιτιού πρώτα. Ο γέροντας κάηκε μόνος κι αβοήθητος. Ανήμπορος  ολότελα να σηκωθεί να τρέξει να φύγει να σωθεί. Αυτός που διάβηκε δρόμους δεν μπορούσε μήτε να σηκωθεί να περπατήσει. Η γυναίκα του κρατώντας σφιχτά στο στήθος ένα μικρό σεντούκι με γρόσια και τούρκικες λίρες θα έφευγε μακριά κατά την Ανατολή. Μόνη της θύμηση μας απόμεινε αυτή η φωτογραφία μ΄ όλες τις προθέσεις της καλά αποτυπωμένες.



 "Η φωτογραφία" είναι ένα από τα εννέα  διηγήματα, από το βιβλίο του Νώντα Τσίγκα με τίτλο: Εποχιακός διανομέας, Πανοπτικόν ,Θεσσαλονίκη, 2013.


"Η Φωτογραφία" κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου της Αγνής Παντ. Σταυρίδου με τίτλο: η ενδυμασία και η υφαντική ΣΤΟ ΒΟΓΑΤΣΙΚΟ, Θεσσαλονίκη 1997

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

ΠΑΣΧΑ ΣΤΟΥ ΧΟΥΡΙΟ


Είχαμι  χιμώνα φαρμάκι, ιφέτους! Είπαμι  τ΄ν   Πασχαλιά μι χιον θα τ΄ν βγάλουμι, αλλά, ιφτιχώς εχι  καμπόσις μέρις τώρα, απ΄έσιαξιν ου κιρός, βγήκιν ου ήλιους. Ιγώ άμα ιδώ καλή μέρα νταλντώ  στ΄ς  δλειες . Η πιθιράμ  ίλιγι « τέτοιις μέρις βάλτις στου τσιουβάλ». Κι μη τ΄ν ιφκιρία απ΄όρχουντι κι οι γιουρτές έβγαλα κι έπλυνα τ΄ς  κουβέρτις μ΄, τίναξα τα σκ’τιά, σκούπσα κι σφουγγάρσα του  ουπάν του σπιτ, έπλυνα τ΄ς κουρτίνις, κι  τ΄ς  διαδρόμ κι τίναξα τ΄ς μουκέτις. Καένας δεν του πατάει τ΄απάν του σπιτ  αλλά χρειάζ ένα πανί.
Ιγώ κάθουμι στ΄ν κουζίναμ΄κι στουν ουντάμ κατ. Ανασκίρσα κι του κατώιμ΄, πέταξα κατ΄ βάζα, κατ΄ σακούλις πλαστικές κι κατ΄ψιλουλόια  π΄όλου λέου θα μη χρειαστούν κι δεν μη χρειάζντι. Τάπιρ μη τα βνα, βάζα, σακούλις… Έχου  τ΄ς  μαλάθις μ΄ στ΄ν σειρά, τα φρούτα μ΄ αραδιασμένα, οι πατάτις στ΄ν σκιά, ου δυόσμους κι ου βασιλικός  κριμασμέν στα καρφιά. Τ΄ς  νταμιτζάνις  κι του χαρανί σ΄ν άκρα  κι τα μπακίρια στου ραφ. Είπα ν΄ασβιστώσου τα ντβάρια αλλά ήταν μούσκα κι τα ΄φσα για τουν Μάη. Έσπειρα κι ψα σπανάκι, καμπόσα καρότα, δυο ρίζις πανσέδις, ήρθι του χιον  μη τα ΄καψι! Κάθι χρόνου τέτοιουν κιρό  ξιπατόνουμι στ΄ς  δλειές  αλλά καρτιρώ τα πιδιάμ΄κι μιτρώ  τ΄ς μέρις.
Του προυί σκόνουμι κατά τ΄ς  ιφτά πίνου τουν καφέμ ΄χουρίς ζάχαρ κι τρώγου  τρία πικραμύγδαλα. (Αστόησα, κι τρία χάπια). Νηστεία, όχι δεν κάμνου, δεν μη  κρατούν τα ποδάρια μ΄. Βαστώ για τ΄ν μεγαλοβδόμαδα μόνον. Ήνιτις άλλις  τ΄ς βλεπς σαράντα μέρις πράσου κι ψουμί, κι μιτά αράδα τα ιγγιφαλικά. Κάμνου τ΄ς  δλειες  ολν τ΄ν μέρα, του μισμέρ θα φάγου καλά, θα ξαπλώσου κι του απόγιμα τηλιόρασ’ κι κατά τ΄ς έντικα θα σφαλίσου του φως.
Τώρα ιγώ του πρόγραμμα για τ΄ν πασχαλιά του ξέρου απ΄όλα τα χρόνια, το΄χου κανοντζμένου. Θα ΄ρθν ου γιος μ΄μη τα πιδιά τ΄κατά τ΄ν Μιγάλ Τιτάρτ. Η νυφαδιά μ΄θα πιασ τ΄ν καρέκλα, είνιτην  κουρασμέν. Η θυγατέρα μ΄ κατά του Μεγάλου Σάββατου. Παρατάει τα πιδιά τ΄ς κι τρεχ στ΄ς καφέδις. Μη τα μκρα αντραλιάζουμι γαιτί τρώγουντι αναμιταξύ τα.
Βάφου τ΄αυγά τ΄ν Πεμπτ μέχρι τ΄ν Παρασκιυή είνιτα τσακσμένα. Άλλου τρώει ψα ασπράδ άλλου τουν κρόκου, τα πιτάχνουν κατά ιδώ κι κατά ικεί , χαραμζμάρις... Δεν μη μεν αυγό για κέρασμα μέρις απ΄ όρχουντι. Μιγάλ Παρασκιυή κάμνου ψα σκουρδάρ για τ΄αντέτ. Έρχουντι τα πιδιά να δουκιμάσν όλου χαρά, παένουν στ΄ς μάνις τα: «μαμά φάγαμε σκορδάρι» (σκουρδουκαΐλα τις αυτές). Τ΄ν Παρασκιυή τα κάμνου κανά λαδιρό ή τίπουτα φασούλια, τα πιδιά τρων τιγαντζμένις πατάτις. Η νύφη μ΄καν δίιτα : «σουπιές με σπανάκι και δεντρολίβανο κι ένα κουταλάκι του γλυκού, λάδι», τ΄ν έγραψιν  ου τρουφουλόγος.
Στ΄ν μαγειρίτσα ιγώ δεν βάνου άντιρα, τα βάνου στα λάχανα. Όταν είνι να τ΄ν σιρβίρου αντραλιάζουμι. Άλλους μη λέει δεν θέλου πλιμόν, άλλους δεν θελ πουλύ ζμι, άλλους τ΄ν προυτιμάει  ασπρ αυγουλέμουνου,(η μπουγατσιώτκια η μαγειρίτσα είνι κόκκιν ιγώ ξέρου, κι νε ρύζια κι νε μαρούλια). Η μπιρόνα η νυφαδιά μ΄ δεν θελ να τ΄ν ιδεί τ΄ν μαγειρίτσα. (Ας φάει του δεντρουλίβανου τ΄ς αυτή). Τα κούτσκα τα βάνου απ΄τα΄απόγιμα κι τρων, σιγά μη πιριμένουμι του Χριστός Ανέστη. Αυτά, κατά  τ΄ς έντικα νυστάζν, παένουμι σ΄ν ικκλησιά οι μ΄σοί. Παίρνου τ΄αυγά σ΄ν τσιάντα κι τα κιριά, ου  Γιανντς μ΄καν κανά τέταρτου να δες τ΄ν γραβάτα, μπιτζάμις πιταμένις, παπούτσια, πιδικόνουμάστι στουν διάδρουμου. Πόρτις ανοίγουν κλείνουν, χπουν οι καμπάνις, τρέχουμι να προυλάβουμι τουν παπά, χωνουμάστι στ΄ αμάξια, καμιά φουρά βρεχ΄κι όλας, ανάφτουμι τ΄ς λαμπάδις, τρέχου, ανάφτου κι ένα κιρί στουν πάππου μ΄ («πούσι έρμι, τουν λέγου»). Ξανά στ΄ αυτουκίνητου, βγάνουμι τα ρούχα να τα βάλουμι στ΄ς  κριμάστρις, τα μκρα πότι γυρνούν μη τα μαλλιά τα καψαλζμένα, πότι μη τα μπόια τα μες στ΄ς σταξιές απ΄ του κιρί.
Τ΄ν μέρα τ΄ν Πασχαλιά σκώνουμι απ΄ τ΄ς νύχτις να μαζέψου τα λάχανα απ΄ τ΄αμπέλ΄, να καθαρίσου τ΄ άντιρα, τα κρουμδούλια, να βράσου του κρέας… Τα χέρια μ΄ γίνουντι ντούγκανους απ΄τα νιρά. Στα λάχανα βάνου κι ψα δυόσμουν, του νουστμίζ… αλλά τι του θες εμ, όπους του βάνω στα πιάτα, έτς του γυρνούν σ΄ν κατσαρόλα. Του βάνου στου ψυγείου, του βγάνω, του ζισταίνου, ουπίς σ΄ν κατσαρόλα. Τι θέλου κι του κάμνου, αφού ξέρου ότι κανένας δεν του τρώει κι πρωτ κι καλύτερ΄ιγώ. Όσον ζούσι ου πάππους μ΄ έψινι κατσίκ΄ κι κουκουρέτς . Τώρα του βάνου στου φούρνου, κι ικεί καλό γένιτι.
Ιιιχ εμ, έκατι χπάει του τηλέφουνου να τρέξου να του σκώσου, τα πιδιά μ΄θα είνι… Έλα εμ Γιανν, τι καντς πιδίμ΄; Να μαμά …κοίταξε , ήθελα να σου πω για φέτος… να μη μας περιμένεις για το Πάσχα… (Ιιιχ φαρμακόθκα τώρα…) Φέτος λέμε να πάμε στην πεθερά μου πρώτα και να ρθούμε την δεύτερη μέρα στο χωριό… Καλά εμ, καλά… γιατί για να σι πω τ΄ν αλήθεια, έλιγα κι γω ιφέτους  να πάνου σ΄ν Κέρκυρα, να ιδώ  απ΄ γκριμνούν στ΄ς στάμνις απ΄ τα μπαλκόνια κι τ΄ς τσακίζν, εμ…
Πόλυ Μπλιάγκα ( Χανιά 1999)


Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΒΟΓΑΤΣΙΚΟ 1943

ΤΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΤΗΣ 9ης ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ Ε.Λ.Α.Σ. 1943

Ο πρώτος όρθιος από δεξιά είναι ο Δημήτριος Σαρακατσάνης (Γερμανός ή Μακεδόνας) από το Βογατσικό. (Βογατσικό 1910- Μπούλκες 1981). Ήταν ο πρώτος αντάρτης στον Όλυμπο και δημιούργησε την πρώτη ομάδα ανταρτών στην περιοχή των Τεμπών στις 15/05/ 1942. Ήταν καπετάνιος στο 27ο Σύνταγμα της 9ης Μεραρχίας. Στην ομάδα αυτή συμμετείχε και ο Γιώργος Καλδής επίσης απ' το Βογατσικό. (αρχείο Βαγγέλη Σαρακατσάνη)

Στη  Δυτ. Μακεδονία η παρουσία των ανταρτών έγινε ιδιαίτερα αισθητή τον Μάρτιο του 1943, όταν συνέλαβαν αιχμάλωτο ένα τάγμα Ιταλών κοντά στη Σιάτιστα, στο δρόμο που οδηγεί από τα Σέρβια προς την Καστοριά. Στόχος των Ιταλών ήταν να εξουδετερώσουν ανταρτικές ομάδες, οι οποίες έκαναν την εμφάνισή τους στην επαρχία Βοΐου την ίδια περίπου εποχή. Οι πρώτες ένοπλες ομάδες σχηματίστηκαν στα νοτιοδυτικά ορεινά της περιοχής προς τα τέλη του 1942 και στις αρχές του 1943. Οι ομάδες αυτές ήταν ολιγομελείς, ομάδες παρανόμων με παραδοσιακή οργάνωση,  ο οπλισμός των οποίων  προέρχονταν από τους προηγούμενους πολέμους και αποτέλεσαν τον βασικό πυρήνα του ΕΛΑΣ στην περιοχή. Σύμφωνα με βάσιμες πληροφορίες αρκετοί απ΄αυτούς ήταν κομμουνιστές των Γρεβενών του Βοΐου και της Καστοριάς οι οποίοι κατέφυγαν στα βουνά για να αποφύγουν τη σύλληψη από το «Τάγμα Ερεύνης» των Ιταλών που είχε στη διάθεσή του  τους φακέλους των αστυνομικών αρχών της περιοχής.  Από τα νοτιοδυτικά το ΕΑΜ προώθησε τις ένοπλες ομάδες προς το  βορρά με δύο κατευθύνσεις, στο Βόιο και στο μεσαίο ορεινό συγκρότημα γύρω από τη Σιάτιστα. Οι αντάρτες του ΕΑΜ αφόπλιζαν τους χωροφύλακες που αρνούνταν να τους ακολουθήσουν, απέλυαν τους κοινοτικούς άρχοντες και διόριζαν μέλη του ΕΑΜ ή ανθρώπους της  εμπιστοσύνης των τοπικών στελεχών του ΕΑΜ. Η αντίδραση των ιταλικών αρχών ήταν να εκδώσουν διαταγή σύμφωνα με την οποία όλοι οι σταθμοί χωροφυλακής είχαν την υποχρέωση να παραδώσουν τον οπλισμό τους στις πλησιέστερες κωμοπόλεις όπου υπήρχαν ιταλικές φρουρές έως τις 4 Φεβρουαρίου. Αρκετοί χωροφύλακες προσχώρησαν στο ΕΑΜ από το φόβο της σύλληψης τους από τους Ιταλούς, καθώς δεν έσπευσαν να αφοπλίσουν τους ένοπλους μόλις εμφανίστηκαν στην περιοχή. Επίσης αρκετοί ήταν και οι μόνιμοι και έφεδροι αξιωματικοί που κατέφυγαν στα ορεινά.Δύο δραστήρια τοπικά στελέχη του ΕΑΜ, οι οποίοι αποτέλεσαν τους κινητήριους μοχλούς των πρώτων κινήσεων ήταν ο Ευστράτιος Κέντρος ή Σλομπόντας από τη Φλώρινα και ο Αριστοτέλης Χουτούρας ή Αρριανός από τη Λευκοθέα (Χουτούρ) Βοΐου. Το Βογατσικό ανήκε στην περιοχή επιρροής του Αρριανού.

Από αριστερά:
1ος Ηλίας Παπαδημητρίου (Λιάκος), 2ος Νίκος Θεοχαρόπουλος (Σκοτίδας), 3ος Μήτσος Κυρατζόπουλος (Φωτεινός), 4ος Αριστοτέλης Χουτούρας (Αρριανός), 5ος Νίκος Παπαστεργίου (Φουρκιώτης). Αρχείο Σβετλάνας Χουτούρα.

Αριστοτέλης Χουτούρας (Αρριανός) 1913-2000
Στις ανέκδοτες σημειώσεις του ο Αρριανός  περιγράφει την επιστροφή του από το Αλβανικό Μέτωπο στο χωριό του Λευκοθέα Βοΐου, το «πέρασμα» του στον μόνιμο ΕΛΑΣ και την πρώτη επίσημη εμφάνιση της αντάρτικης ομάδας Βοΐου τον Ιανουάριο του 1941. Την ομάδα αυτή αποτελούσαν οι: Χουτούρας Αριστοτέλης (Αρριανός), Νίκος Παντίδης (από Βελανιδιά), ο Ξενοφών, κάποιος με το ψευδώνυμο  Ζήσης, ο Μπίρος  απ΄το Τσακνοχώρι κι ο Γιάννης Μπέζιαρης. Η ομάδα αυτή των έξι, αποτέλεσε τον πυρήνα των ανταρτών Βοΐου. «Στις 10-01-1943 ήρθε ο Χασιώτης από το χωριό Καλιστράτι μαζί με τον Δημήτρη Μαντιούκα σταλμένος απ΄την αχτιδική επιτροπή του Κ.Κ.Ε. και με οδήγησαν τη νύχτα απέναντι  απ΄το χωριό Ροδιά των Γρεβενών σ΄ένα υψωματάκι. Αφού γνωριστήκαμε με τους άλλους πέντε ο Νίκος ο Παντίδης μου λέει: «Έχουμε εντολή από την Αχτιδική του χωριού Παρόχθειο να απαγορεύσουμε τη χωροφυλακή Γρεβενών να πάρει ζώα και τρόφιμα από τους κατοίκους των χωριών». Ο διοικητής του αποσπάσματος ήταν  σε ένα  κατάλυμα στο χωριό Ροδιά. Η ώρα ήταν περασμένη. Με όρισαν επικεφαλής και πήγαμε στο σπίτι που έμενε ο διοικητής. Χτυπήσαμε την πόρτα και μας άνοιξε νοικοκύρης. Του ζήτησα να μας οδηγήσει στον ανθυπομοίραρχο. Έτσι κι έγινε. Του λέω: «Κύριε διοικητή μας συγχωρείς που σ΄ενοχλούμε. Είμαστε αντάρτες. Μάθαμε ότι ήρθατε με αποσπάσματα Ιταλών να πάρετε ζώα και τρόφιμα από κατοίκους των χωριών. Η αποστολή σας αυτή να ματαιωθεί. Θα πείτε στους Ιταλούς ότι οι αντάρτες στην ύπαιθρο είναι χιλιάδες και σας απαγορεύουν να κάνετε κάτι τέτοιο. Να προσέξετε καλά γιατί αν πάρετε ζώα και τρόφιμα, λίγο πιο κάτω θα σας στήσουμε ενέδρα». «Αυτό θα κάνουμε αλλά θέλω να μου πείτε από ποια οργάνωση είστε γιατί στα Γρεβενά έχουμε Ε.Α.Μ. και σεις στα πηλίκια γράφετε Ε.Λ.Α.Σ.» Του εξηγήσαμε και ησύχασε. Σηκωθήκαμε να φύγουμε και η ομάδα των πέντε έκανε τόση φασαρία έξω, σαν να ήταν γύρω απ΄το χωριό  αντάρτικα αποσπάσματα με εκατοντάδες. Αυτή ήταν η πρώτη επίσημη εμφάνιση της αντάρτικης ομάδας Βοΐου. Δεν πέρασαν δυο μέρες και η καλύβα μας (κρησφύγετο) κάηκε».
Στη συνέχεια σε κάθε χωριό απ΄όπου  περνούσαν η ομάδα τους μεγάλωνε. Παρόχθειο, Ροδοχώρι Γρεβενών, Ροδοχώρι Βοΐου, Ομαλή, Καλλονή Γρεβενών, Δίλοφος, Πεντάλοφος, Βυθός, Βουχωρίνα, Τρίκορφο (στα σύνορα Μακεδονίας-Ηπείρου).
Στη συνέχεια παραθέτω αυτούσιο το κομμάτι του κειμένου όπου αναφέρεται στην επίσκεψή του στο Βογατσικό αλλά και στο Γέρμα το Μάρτιο του 1943: « Μετακινιόμαστε στα Καστανοχώρια. Ζώνη, Δαμασκηνιά, Αι Λια, Πλακίδα  και κατεβήκαμε Πλαζόμιστα, Λευκοθέα, Τσοτύλι. Στο Τσοτύλι μας περίμενε ο στρατιωτικός υπεύθυνος Βογατσικού (Παντελής Παντελίδης). Μας λέει: «Δεν έχουμε καλή κατάσταση στην περιοχή και πρέπει να έρθετε να μας βοηθήσετε, γιατί ο Κολάρας μας ανακατεύει πολύ». Περάσαμε στο χωριό Μελιδόν και μας ακολούθησαν δύο αντάρτες. Ο Αριστείδης Μελιδονιώτης και ο Νίκος Κουτσοφλιανίτης (Σμόλικας). Φτάσαμε στο Βογατσικό. Εδώ μίλησε ο γεωπόνος Μητράκας, καλός ρήτορας. Όλο το Βογατσικό χειροκροτούσε, όλοι τον θαύμασαν. Θαύμασαν και τον Χρήστο Κιτσιόπουλο  ο οποίος ήταν ντυμένος όπως οι παλιοί αντάρτες, με γενειάδα και οπλοπολυβόλο. Ύστερα από τρεις μέρες πήγαμε στο χωριό Γέρμαν. Εδώ μας δέχτηκαν θαυμάσια. Οι κάτοικοι μυημένοι στο ΕΑΜ. Το χωριό Γέρμαν είχε πολλούς σπουδαγμένους. Καθηγητές, δάσκαλοι, πολλά γυμνασιόπαιδα, κόσμος πολύς των γραμμάτων και όλοι προοδευτικοί. Παίρνω εντολή να επιστρέψω στο Τσοτύλι…

                                                     Κώστας Βαϊνάς 1920- 2015

Διήγηση Κώστα Βαϊνά   19/12/2010
Οι αντάρτες πρωτοήρθαν στο χωριό μας  την άνοιξη του 1943 απ’ τ΄ «αλώνια», έτσι λέγαμε το δρόμο της αστυνομίας. Ήταν γύρω στα είκοσι άτομα και μέχρι να φτάσουν στη λέσχη τραγουδούσαν  τον ύμνο της ΕΠΟΝ : 
Με τη χρυσή της νιότης πανοπλία
      στο θάρρος, στην ορμή, στη λεβεντιά
                            πετούμε στον αγώνα στη θυσία…

Στη «Λέσχη» μίλησαν με λόγια πατριωτικά στο συγκεντρωμένο πλήθος. Ο «Αρριανός» πρωτοστατούσε στη συγκέντρωση. Μαζί του ήταν κι ο Αριστοτέλης Κανδύλης (απολυθής δάσκαλος από τη δικτατορία του Μεταξά, για τα αριστερά του φρονήματα) ο οποίος μίλησε για την επανάσταση και κάποια στιγμή φώναξε: «όλοι όρθιοι». Μαζί με τον Αρριανό έφυγε και ο Αθανάσιος Βαράκας- Καραθανάσης και ο Λαϊνάς Γεώργιος, πρόσφυγας. Ο Βαράκας σε μια μάχη με τους Γερμανούς, σκοτώθηκε με το πολυβόλο στα χέρια, ενώ, ο Λαϊνάς  τραυματισμένος γύρισε στο χωριό και μετά την απελευθέρωση έφυγε για την Αυστραλία. ’Ηθελα να φύγω κι εγώ με τον Αρριανό αλλά με απέτρεψε η μάνα μου με φωνές και κλιάματα. Με  είπε: «που θα κινήσεις τώρα»! Μπορεί όμως εκείνη τη μέρα να μη έφυγα αλλά στη συνέχεια ήρθα σε επαφή με τους αντιστασιακούς. Τον Περικλή τον γνώρισα προσωπικά, όπως και τον Αργύρη Κουβάτσιο από τους Αμπελόκηπους. Τους συνάντησα στο σπίτι του Ναούμη του Βαϊνά , είχαν κάτι μαγειριά εκεί με τζάκι, « τεκέ» το λέγαμε. Η ώρα της συνάντησης καθορίζονταν στα κρυφά, από στόμα σε στόμα και συνήθως μας έκαναν καθοδήγηση, κυρίως πως θα βρίσκαμε όπλα (σ΄αυτό ήμουν δαίμων). Μας οργάνωναν σε τριάδες και τι έλεγε σε εμάς τους τρεις δεν το ΄ξερε κανένας άλλος. Εγώ πολλές φορές ήμουν τριάδα με τον Θανάση  Τόλκο, τον Λαμπρίδη τον Λάμπρο και άλλοτε με τον Τάκη τον Παρασκευά και τον Ζήση τον Μπλιάγκα. Ο Τάκης ο Παρασκευάς αν και μικρός, ήταν οργανωμένος. Ψάχναμε τα βράδια για όπλα στην «πάνω» την εκκλησιά. Στην ΠΑΟ που ήταν οργανωμένοι άλλοι, έκρυβαν τα όπλα ακόμη και στο οστεοφυλάκιο. Παίρναμε μια αρίδα στα χέρια και μεταξύ κρανίων και κνημών ανακαλύπταμε και κανένα μάνλιχερ. Τον Υφαντή απ΄το Γέρμα τον γνώριζα εξ΄αποστάσεως. Μ' αυτόν συνεργάζονταν οι αδελφοί Νασιοπούλου, ο Κώστας και ο Χρήστος.
Το διάστημα αυτό είχαμε οργανωθεί στον εφεδρικό ΕΛΑΣ, γύρω στα πενήντα άτομα. Μεταξύ άλλων ήταν ο Λυκογιάννης Γεώργιος, οι Παναγιώτης και Δημήτριος Δεληγιάννης, ο Ιωάννης Τζήμας, ο Παντελής Παντελίδης (στρατιωτικός υπεύθυνος), ο Κώστας ο Αγόρας, Ο Λάμπρος Λαμπρίδης, ο Θανάσης Τζέλιος, ο Χρήστος Φερραίος, ο Ιωάννης Αναγνώστου, ο Κωνσταντίνος  Δαρλαγιάννης, ο Κώστας Γκαγκιάς, ο Θανάσης Τόλκος (στο πολιτικό τμήμα) ο Γιώργος Λιόγανος και άλλοι. Ο Μολδοβάνος Ζήσης ήταν καπετάνιος στον ΕΛΑΣ, ο Απόστολος Δεληγιάννης (Πατρίκης), ο Γιάννης Δεληγιάννης ήταν μικρό παιδί τότε, ο Κώστας Μπλιάγκας, ο Δημήτριος Δημόκας, ο Γιάννης Δαρλαγιάννης, ο Γιάννης Γιαννούλης ήταν μόνιμοι στον ΕΛΑΣ. Εμείς του εφεδρικού προσχωρήσαμε στον μόνιμο ΕΛΑΣ το 1944. Κατευθυνθήκαμε προς το Κιλκίς. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν οι Παναγιώτης Σκανδάλης και ο…. Εγώ είχα σταματήσει στην Πτολεμαϊδα, δεν πήγα στο Κιλκίς.

Συνέχεια  12/03/2011
Μετά την εκτέλεση των δεκατριών τον Απρίλιο του 1943 φοβηθήκαμε με τον αδερφό μου και φύγαμε στις 20 Μαΐου στη Χαλκηδόνα όπου είχαμε ένα θείο και εκεί δούλεψα για εννιά μήνες. Έπαθα όμως τύφο και επειδή το κλίμα δεν βοηθούσε στην ανάρρωσή μου πήρα το δρόμο της επιστροφής. Ήταν Μάρτιος του 1944 και είχα πληρώσει εισιτήριο 5.000.000 (ένα μάτσο χαρτονομίσματα). Στην Κορησό γίνονταν μια μάχη με τους Γερμανούς και μας κατέβασαν για έλεγχο άνδρες του ΣΝΟΦ. (Οι ταυτότητες που κρατούσαμε πάνω μας είχαν την υπογραφή του Ιταλού).Στη συνέχεια σταμάτησα στο Δισπηλιό όπου διανυκτέρευσα σ΄έναν αγροφύλακα και 25 Μαρτίου του 1944 έφτασα στο χωριό. Τον Αύγουστο του  1944 καταταχθήκαμε στον ΕΛΑΣ. Ο Παναγιώτης Δεληγιάννης, ο Θανάσης Τζέλιος, ο Δημήτρης Δεληγιάννης, ο Ιωάννης Ρίζος κι εγώ. Τα τρόφιμα όμως ήταν λιγοστά και οι συνθήκες δύσκολες, γι αυτό αποχωρήσαμε. Τον Παναγιώτη τον Ρίζο κι εμένα που  ήμασταν ελεύθεροι μας πέρασαν στρατοδικείο καθώς η αποχώρησή μας θεωρήθηκε λιποταξία. Περάσαμε από ανταρτοδικείο στη Σιάτιστα και μας δίκασε ο Τζήμας (Ανδρέας); ντυμένος με πολιτικά. Η δίκη έγινε τον Οκτώβριο του 1944. Μας είπαν πως η πράξη μας ήταν προδοσία και πως θα μπορούσαν να μας εκτελέσουν κιόλας. Εμείς δικαιολογηθήκαμε με κάτι ασυναρτησίες… Μας πήγαν με συνοδεία σε κάτι καταλύματα και ξαναγυρίσαμε στον ΕΛΑΣ. Εγώ, ως αποθηκάριος σε αποθήκη με τρόφιμα. Δεν μπορείς να φανταστείς, τι μαρμελάδες και τι κρέατα και κονσέρβες υπήρχαν μετά τη βοήθεια των Άγγλων.

Η ΠΑΟ στο Βογατσικό

ΠΑΟ (Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις), είναι η μετονομασία της ΥΒΕ (Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος) η οποία ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το καλοκαίρι του 1942. Για τη δράση της ΠΑΟ στο Βογατσικό δεν έχουμε πληροφορίες, ωστόσο επεσήμανα δύο σημεία στα βιβλία των Αργύρη Κοβάτση, ο Ατίθασος Ταγματάρχης, και στο Αρχείο-Ημερολόγιο του (τότε) Ταγματάρχη Γιάννη Παπαθανασίου, με τίτλο: Για τον Ελληνικό Βορρά, όπου γίνεται αναφορά σε κάποια άτομα τα οποία συμμετείχαν στην οργάνωση.
Στις σελίδες 25-26 ο Κοβάτσης αναφέρεται στον  δάσκαλο Γιάννη Νταϊλιάνη  (Αντώνης), ο οποίος στον καιρό της Κατοχής ήταν διορισμένος στα χωριά Αυγή και Κρύα Νερά της Καστοριάς. «Το 1943  ο Νταϊλιάνης προσχώρησε στο ΕΑΜ και κατάφερε σε λίγο χρονικό διάστημα να αναρριχηθεί στη γραμματεία της Π.Ε. του ΚΚΕ Καστοριάς μόνο που μαζί με τις οργανώσεις του ΕΑΜ στα χωριά δημιουργούσε και οργανώσεις της ΠΑΟ. Πείθει την καθοδήγηση να του επιτραπεί να έρθει στον τομέα του λεκανοπέδιου Βασιλειάδος- Βογατσικού γιατί εδώ υπήρχε πρόσφορο έδαφος για τη δημιουργία βάσεων της ΠΑΟ. Κυρίως στα κεφαλοχώρια Μαυροχώρι, Γέρμα, Βογατσικό όπου υπήρχε γερή αντίδραση. Πρώτα οργάνωσε ΠΑΟ στο Βογατσικό. Έπεισε τον μεγαλοκτηματία Τακαντζά, ο οποίος αργότερα τουφεκίστηκε από τον ΕΛΑΣ.» (στην πραγματικότητα ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τους αντάρτες)

Στη σελ. 330  στο βιβλίο του Ταγματάρχη Γιάννη Παπαθανασίου, Για τον Ελληνικό Βορά γίνεται αναφορά στους: Ζήση Ι. Τζήμα, Αγαθοκλή Πανταζίδη, και Ζήση Τακαντζά από το Βογατσικό. Υπήρχαν πολλοί εθνικιστές, φιλοβασιλικοί και αντικομμουνιστές οι οποίοι υπέστησαν άγριους ξυλοδαρμούς από τους αντάρτες. Αρκούσε μια κατασκευασμένη ή ανυπόστατη φήμη  για να κακοποιηθούν βάναυσα. Πολλοί από αυτούς έβγαιναν κουφοί, σακατεμένοι, και μισοπεθαμένοι  μετά τις εξαντλητικές ανακρίσεις που γίνονταν στα μικρά δωμάτια της ΙΧ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ στον Πεντάλοφο.

Από τις « μικρές ιστορίες»
Διήγηση Χρήστου Νασιόπουλου
Όταν ήμασταν στα Παλιάμπελα, στα χρόνια της Κατοχής, είχαμε μια βάρκα. Μια μαούνα που την είχαν φτιάξει οι κουμουνιστές. Ήταν δεμένη μ’ ένα συρματόσχοινο και περνούσες απέναντι τον Αλιάκμονα. Στο πλωτό αυτό χωρούσε μέχρι και άλογο αλλά συνήθως μεταφέραμε σιτάρια, μαλλιά, τρόφιμα γενικά, στα απέναντι χωριά που τα λέγαμε «Ελεύθερη Ελλάδα» γιατί ήταν ανταρτοκρατούμενα και είχαν την ελευθερία τους.
Μια μέρα ήταν εκεί κοντά ένας Κυπραίος και ξυραφίζονταν και τελευταία στιγμή καθώς γέμισε η βάρκα από κόσμο και πράματα, (εκείνη τη φορά ήταν και ένα άλογο) έτρεξε βιαστικά για να προλάβει να επιβιβαστεί. Κρατούσε κι ένα σακίδιο στρατιωτικό και καθώς πήδηξε στο πλωτό, έσπασε το συρματόσχοινο και βρέθηκαν όλοι μες στα νερά. Έπεσε και τ’ άλογο, βράχηκαν και τα τσουβάλια με τον καπνό και ότι άλλο υπήρχε. Ο Κύπριος, που ήταν μάλλον Βρετανικός Σύνδεσμος βγαίνοντας απ΄ το νερό είπε: «χάθηκε το χρήμα». Αυτός πρέπει να είχε λίρες οι οποίες έπεσαν στο νερό, γιατί, κατά πως φαίνεται δεν πρόλαβε να κλείσει το σακίδιο και με το που έπεσε  χύθηκαν στο ποτάμι. Όταν ο Κώστας ο αδερφός  μου έμαθε για το γεγονός (καθώς η πρωταρχική μας έγνοια ήταν τα όπλα και οι λίρες για την ενίσχυση των ανταρτών) κολύμπησε ώρες μέσα στα νερά τα παγωμένα και βρήκε πράγματι, τσουβάλια με καπνό, ξυριστικά, λιωμένα άρβυλα κι ότι άλλο θες. Λίρες όμως δεν βρήκε ούτε για δείγμα κι ας  έφτασε κολυμπώντας μέχρι τη Νεάπολη…


Βιβλιογραφία:
Ιωάννου Σ. Κολιόπουλου, Λεηλασία Φρονημάτων, τομ. Α', Το Μακεδονικό Ζήτημα στην κατεχόμενη Δυτ. Μακεδονία 1941- 1944, εκδ. Βάνιας, Θεσ/νικη 1995
Αργύρης Κοβάτσης, ο Ατίθασος Ταγτατάρχης, Νοέμβ. 2009
Παρμενίωνος Ι. Παπαθανασίου, Μακεδονία 1941-44. Εθν. αντίσταση και τραγωδία: Το ανέκδοτο αρχείο-ημερολόγιο του τότε ταγματάρχη Γιάννη Παπαθανασίου, Εκδόσεις Παπαζήση, 1997

Ευχαριστίες:
στον κύριο Γεώργιο Νάκο για την παραχώρηση ανέκδοτων σημειώσεων του Αρριαννού.

στη Σβετλάνα Χουτούρα και τον Βαγγέλη Σαρακτσάνη για το φωτογραφικό υλικό

Βιβλιογραφία:

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΒΟΓΑΤΣΙΚΟ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1940

 Η ελευθερία της πατρίδας ήταν για τους Έλληνες το υπέρτατο καθήκον κι αυτό το απέδειξαν επανειλημμένα στη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας τους. Ο πόλεμος του 1940 στα ελληνοαλβανικά σύνορα ήταν για τη χώρα μας η απαρχή μιας νέας περιόδου γεμάτη περιπέτειες, ηρωικές  στιγμές και θυσίες.
Το Βογατσικό ανταποκρίθηκε στο εθνικό κάλεσμα πληρώνοντας τον δικό του φόρο αίματος στα πεδία των μαχών. Το ίδιο είχε πράξει και στο παρελθόν στον Μακεδονικό Αγώνα, στους Βαλκανικούς πολέμους και στον πόλεμο στη Μικρά Ασία.
Με την ευκαιρία της επετείου του «ΟΧΙ», ως ένδειξη ελάχιστης τιμής και ενθύμησης θα γίνει μια αναφορά στους στρατευμένους που έχασαν τη ζωή τους αλλά και σ’ αυτούς που πολέμησαν στον ελληνοϊταλικό πόλεμο μαχόμενοι ηρωικά για την ελευθερία.


Στον πόλεμο του 1940 έπεσαν μαχόμενοι ηρωικά οι στρατευμένοι: Βλάχος Κωνσταντίνος, Δόβας Χρυσόστομος, Μανώλης Θεοχάρης, Σαμαράς Ελευθέριος και Σιδέρης Σιδέρης.

 
Κων. Βλάχος, 1919. Σκοτώθηκε στις 12-03-1941     Χρυσ. Δόβας, 1912. Σκοτώθηκε στις 
στη Ντερντούσια Κάμιας                                           08/04/1941 στο Μνήμα Γραίας Κάμια

  
Θεοχ, Μανώλης, 1912. Σκοτώθηκε στις 23/03/1941     Ελ. Σαμαράς, 1912. Σκοτώθηκε στις 
στο Πόγραδετς, Ύψωμα Κορίτσα                                  14/11/1940 στη Μόροβα

Σιδέρης Σιδέρης, 1914. Σκοτώθηκε
στις 04/11/1940 στη Μεσοποταμία Καστοριάς




Μικρή κλίμαξ της ψυχής και του θανάτου, Νίκος Καρούζος


Μὲ λίγα ροῦχα αἱματωμένα βρέθηκε νεκρὸς
στὴ θερινὴ σελήνη καὶ οἱ φυλλωσιὲς
τοῦ ἔδιναν τώρα τὴ δόξα ποὺ εἶναι
πάνω ἀπ᾿ τὶς ἐπιθυμίες καιρὸς
ἀκίνητος στοὺς ἤχους τοὺς καθηγιασμένους.
Εἶχε μία φοβερὴ πληγὴ στὴν καρδιά του κι ἄλλες ἀκόμη
στὴ λεκάνη στὰ χέρια μέσ᾿ στὸ σεληνόφως
ἔβγαινε ἀπ᾿ ὅλο τὸ σῶμα του ἡ ὀμορφιὰ
σμίγοντας μὲ τὰ χώματα.
Καὶ μία στιγμὴ ὁ θεὸς ἔστειλε ἀγγέλους γύρω του
ἄνθη φλογερά, ἱμάτια ἀπὸ λευκὴ σιωπὴ
τῆς νύχτας ἡ κλίμαξ αὐτὸς
ἀνέρχεται μὲ λίγα ροῦχα αἱματωμένα.
 Ελέγαμε: Ένα ΜΑΡΑΘΩΝΑ ακόμα!
από αριστερά πάνω: 2ος Δημήτριος Βράκας
                                 3ος Ανδρέας Βράκας
                                 4ος Ιωάννης Παπανδρέου
από δεξιά κάτω:       1ος Νίκος Ριζόπουλος

Ελέγαμε: Μια ΣΑΛΑΜΙΝΑ  ακόμα!
Καταφύγιο- Δημοτικό Σχολείο Κορυτσάς
                                         από αριστερά μπροστά στο δέντρο: 1ος Αθανάσιος Σλημιστινός

Ελέγαμε: Ακόμα ένα ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ!
από αριστερά: 1ος Νίκος Τσιτσιπάτης
                        2ος Λευτέρης Τζιμάνης
                        3ος Αγαθοκλής Δαρλαγιάννης
                        4ος Γρηγόρης Ζάχος
                        5ος Στέργιος Σαμαράς
Στο 32ο Σύνταγμα, πήραν μέρος στη μάχη του Πόγραδετς (πληροφορία, Γ. Δεληγιάννης)
Κι ήρτες τέλος συ Μητέρα-Μέρα,
οπού αγκάλιασες κι ανύψωσες ολόκληρα
τα περασμένα στον ανώτατο λυτρωτικό
σκοπό τους, στον υπέρτατο τους ηθικόν
ιστορικό ρυθμό!...
Άγγελος Σικελιανός 15 Νοεμβρίου 1940 (Νέα εστία)

μεσαία σειρά 3ος από δεξιά: Χρυσόστομος Ρίζος
                      4ος από δεξιά: Δημήτριος Σκανδάλης

Δημήτριος Βυτανιώτης, κλάση '36, υπηρέτησε στο 32ον Σ. Π. ΙΧ Μεραρχίας, πολέμησε στο ανεξάρτητο Τάγμα Χιονοδρόμων.

Βογατσιώτες πολεμιστές του '40
πάνω σειρά από αριστερά: 1ος Κωνσταντίνος Τζιόλας
                                            2ος Δημήτριος Σαρακατσάνης
                                            3ος Ανδρέας Τζηκαλάγιας
                                            4ος Στέργιος Πέιος
κάτω σειρά από αριστερά: 1ος Παντελής Μουράτης
                                            2ος Θεοχάρης Μανώλης

Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 πήραν μέρος και άλλοι Βογατσιώτες, όπως:
ο Χρυσόστομος Βυτανιώτης, ο Χρήστος Βαϊνάς, ο Γιάννης Ζάχος, Σταύρος Σλημιστινός και πολλοί άλλοι.

Σουλτάνα Κίτσιου (αφήγηση)
Όταν έφτασε η είδηση ότι ο Κώστας (Βλάχος) σκοτώθηκε, η μάνα μου δεν μπορούσε να το πιστέψει. «Πώς είναι δυνατόν» έλεγε. «Μόλις προχτές μου έστειλε το γράμμα». Έκλαιγε νύχτα-μέρα και το χε μουσκέψει στα δάκρυα τόσο, που δεν ξεχώριζαν οι λέξεις. Ώσπου το πήρε ο μπαμπάς και το ‘κοψε σε κομματάκια και το πέταξε.
Το παιδί πήγε δεκαεννιά χρονών  στρατιώτης. Η γιαγιά μου έγραφε τα παιδιά της μεγαλύτερα απ’ ότι ήταν στην πραγματικότητα. Ήταν γεννημένος το 1920. Ο  Ζαχαρίας ο αδερφός του ήταν γεννημένος το 1907 και πολέμησε κι αυτός το  1940. Ο ίδιος τον έθαψε πρόχειρα. Μας έλεγε πως είναι θαμμένος κάτω από μια αγριογκορτσιά, απέναντι από την Οχρίδα. «Να πάτε να τον φέρετε» μας έλεγε. Η γιαγιά μου η Ζωή κάθε βράδυ έβλεπε στον ύπνο της ότι «στόλιζε τα κόκκαλα». Λένε πως οι Βορειοηπειρώτες μάζεψαν τα οστά κι έκαμαν ένα κοιμητήριο, έκαμαν κι έναν  σταυρό από ξύλο. Μπορεί να τον βρήκαν…

Βογατσιώτες που πήραν μέρος στον πόλεμο του 1940 (φωτογραφία από εφημερίδα το Βογατσικό, αριθ φύλλου 104)
από αριστερά: 1ος Χρυσόστομος Ρίζος
                        2ος Κλεάνθης Τζαβέλλας
                        3ος Χρυσόστομος Σιδέρης
                        4ος Κωνσταντίνος Τακαντζιάς
                        5ος θωμάς Γαλιλαίος
                        6ος Γεώργιος Σλημιστινός

Έχουν περάσει 75 χρόνια από τον πόλεμο του 1940. Οι παππούδες και οι πατεράδες μας που πήραν μέρος σ’ αυτόν έχουν φύγει πια και δεν  τους έχουμε δίπλα μας για να μας υπενθυμίζουν τις θυσίες, τις κακουχίες, τις αγωνίες, τη θλίψη και τις χαρές τους. Γνωρίζουμε όμως πως τη λευτεριά τους δεν τη ζητιανέψανε! Και πως το «ΟΧΙ» το  ‘καναν γιορτή! Και μάλιστα έβαλαν πριν απ’ αυτό τη λέξη ΖΗΤΩ!


ΠΗΓΕΣ:
Δυτικομακεδόνες που θυσιάστηκαν στον ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ 1940- 1941, Νικολάου Κων. Δεληγιάννη, Υποστρ. μηχ. ε.α. 
Θεσ/νίκη, 1996
Το ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940- 1941 (Ημερολόγιο Δεκανέως Αριστείδη Μαυροβίτου), Ιωάννη Τόλιου, Υποστρ. ε.α., ΚΑΔΜΟΣ, 
Θεσ/νίκη 2010
Το Βογατσικόν , Ανδρέου Δ. Κορομήλη
Θεσ/νίκη 1972
Εφημερίδα "το Βογατσικό", αριθ. φύλλου 104, Ιούλιος 1998- Δεκέμβριος 1998
Εφημερίδα "το Βογατσικό", αριθ. φύλλου 78, Σεπτέμβριος- Οκτώβριος 1991
Φωτογραφίες από:
αρχείο Κων. Βράκα, Ειρήνης Μπλιάγκα, Σουλτάνας Κίτσιου, Σταύρου Σλημιστινού, Ελένης Δόβα, Θωμαής Ρίζου, Κωνσταντίνου Σιδέρη

Ευχαριστίες:
Μαρία Παπαϊωάννου (τεχνική υποστήριξη)
Ελένη Μπλιάγκα (επιμέλεια φωτογραφιών)
Σουλτάνα Κίτσιου (πληροφορίες)